ΑΓΙΟΣ ΠΑΪΣΙΟΣ

Γράφει : Ο Δημήτριος Μητρόπουλος  Αντ/γος ε.α. Επιτ. Υπαρχηγός. ΕΛ.ΑΣ. Πτυχ. Νομικής και Δημ. Δικαίου και Πολ. Επιστημών Νομικής Σχολής  Αθηνών.  Συγγραφέας, Μέλος της Ένωσης Μεσσηνίων Συγγραφέων.

Μην στενοχωριέστε βρε παιδάκι μου!

Ο Κ….Τ… στις 23 Οκτωβρίου του έτους 1993, μαζί με άλλους δύο συναδέλφους του, ξεκίνησαν πρωί, από την Αθήνα για ένα τριήμερο προσκύνημα στο Άγιον Όρος, το περιβόλι της Παναγίας μας.

Περνώντας από τη Θεσσαλονίκη επισκέφτηκαν στο Θεαγένειο την αδελφή του, Π…Π…, η οποία νοσηλευόταν μετά από βαριές επανειλημμένες εγχειρήσεις, συνέπεια ενός μελανώματος πέμπτου βαθμού, που είχε στο πόδι.

Ο Κ… μπήκε στο θάλαμο και είδε την αδελφή του, η οποία ήταν σε πολύ δύσκολη κατάσταση, επειδή είχε υποβληθεί σε χημειοθεραπεία και την είχε πειράξει το φάρμακο. Είδε και τα άλλα δέκα κρεβάτια στον ίδιο θάλαμο και συγκλονίστηκε πάρα πολύ. Με μεγάλη προσπάθεια της εξήγησε ότι πήγαινε στο Άγιον Όρος. Κι εκείνη τον παρακάλεσε να προσευχηθεί εκεί, στο Περιβόλι της Παναγίας μας, για να γίνει καλά.

Έφθασαν στην Ουρανούπολη το απόγευμα. Για καλή τους τύχη συνάντησαν έναν ταξιτζή, ο οποίος είχε έλθει από τον Ωρωπό Αττικής, για πολλοστή φορά και έμπαινε στο Άγιον Όρος, με μοναδικό σκοπό την επίσκεψη του στο Γέροντα.

Του είπαν ότι ερχόντουσαν στο Άγιον Όρος για πρώτη φορά. Τότε τους συνέστησε οπωσδήποτε να τον επισκεφθούν και να πάρουν την ευλογία του.

Την επόμενη μέρα μπήκαν στο Όρος και την πρώτη βραδιά έμειναν στην Ι. Μ. Αγίου Παύλου, ενώ την άλλη μέρα ήρθαν στην Ι. Μ. Κουτλουμουσίου. Το ίδιο απόγευμα κατηφόρησαν στο μονοπάτι που οδηγεί στο κελί του Γέροντα.

Στη διαδρομή όμως, συναντούσαν άλλους προσκυνητές, που επέστρεφαν από το κελί του στενοχωρημένοι, γιατί δεν είχαν καταφέρει να τον δουν και τους διαβεβαίωναν ότι μάταια κατηφόριζαν προς τα ‘κει.

Ο Κ…..Τ….. όμως επέμενε πως έπρεπε να συνεχίσουν και να φτάσουν ως το κελί του Γέροντα. ‘Έφτασαν εκεί και αφού χτύπησαν το σιδεράκι, που είχε ο Γέροντας κρεμασμένο στο φράχτη, περίμεναν υπομονετικά, ευχόμενοι περίπου μια ώρα.

Ξαφνικά άνοιξε η πόρτα και φάνηκε ο Γέροντας, ο οποίος με αργά βήματα – λόγω ασθένειας – έφτασε στη πόρτα του φράχτη, ακούμπησε τα χέρια του πάνω στο σύρμα κι αφού έριξε με το βλέμμα του, μια διερευνητική μάτια σ’ έναν – έναν χωριστά, τους ρώτησε χαμογελώντας :

— Τι θέλετε, βρε παιδιά, σας βλέπω να είστε όλοι καλά!

Ο ένας από την παρέα του είπε :

— Τι καλά είμαστε; Εγώ παίρνω δεκαοκτώ φάρμακα κι εδώ ήρθα, για να σας ρωτήσω αν πρέπει να κόψω τα μισά!

— Άκου, βρε παιδάκι μου, εκεί πέρα, εσύ να υπακούς σ’ ό,τι σου λένε οι γιατροί κι ο πνευματικός σου, κι εμείς από την πλευρά μας, θα ευχηθούμε να πάνε όλα καλα’ !

Τότε μίλησε ο Κ….Τ…..  — Γέροντα, ήρθαμε για να πάρουμε την ευχή σας και να σας πούμε τα προβλήματά μας.

‘Άνοιξε ο Γέροντας την πόρτα του φράχτη και μπήκαν όλοι μέσα στην αυλή. Τους παρακάλεσε όμως, να είναι σύντομοι λόγω της ασθένειας του.

Πήρε τότε τον Κ….Π….ξεχωριστά, κι εκείνος άρχισε να εκμυστηρεύεται στον Γέροντα, το δράμα της ασθένειας της αδελφής του. Συγκινημένος και βλέποντας τη μορφή του Γέροντα να τον παρακολουθεί συμπονετικά, ξέσπασε χωρίς να το θέλει σε λυγμούς. Κι εκείνος τον έπιασε αμέσως από τον ώμο προστατευτικά και με φωνή γεμάτη στοργή του είπε.

— Μην στενοχωριέσαι! Να πεις στην αδελφή σου ν’ ακούει τις οδηγίες των γιατρών, κι εμείς θα ευχόμαστε γι’ αυτήν.

Τον ρώτησε το όνομα της αδελφής του, μα εκείνος ούτε να μιλήσει δεν μπορούσε από το κλάμα. Ο Γέροντας όμως επανέλαβε :

— Μη στεναχωριέσαι βρε παιδάκι μου, θα προσευχηθώ γι’ αυτήν!

Ο Κ… αφού απέσπασε την υπόσχεση του Γέροντα, ότι θα εύχεται για την υγεία της αδελφής του και βλέποντας τον γεμάτο εμπιστοσύνη και σιγουριά με τον τόνο της φωνής του, τον ευχαρίστησε, ασπάστηκε το χέρι του και απομακρύνθηκε σιγά – σιγά νοιώθοντας δέος.

Στην καρδιά του κυριαρχούσε τώρα η γαλήνη, η εμπιστοσύνη και η σιγουριά, γιατί ο Θεός τον είχε αξιώσει να αναθέσει το πρόβλημα που τον βασάνιζε, στα πιο σίγουρα χέρια.

Από εκείνη τη συνάντηση πέρασαν χρόνια και η αδελφή του Κ… είναι σήμερα καλά. Και οι δύο αισθάνονται ότι η αγάπη του Γέροντα τους σκέπασε και εξελίχτηκαν όλα, με τον καλύτερο τρόπο.

Πιστεύουν, μάλιστα, ακράδαντα ότι όλα πήγαν καλά χάριν της ευχής του Γέροντα, η οποία πάντα σκεπάζει και βοηθά όσους προστρέχουν με εμπιστοσύνη προς αυτόν.

Δεν έχει μείνει καθόλου πνευματική αρχοντιά. Πολύ λυπάμαι, όταν διαπιστώνω ότι σ’ ένα μεγάλο μέρος της νεολαίας μας, δεν έχει μείνει καθόλου πνευματική αρχοντιά.

Η πνευματική αρχοντιά έχει τα χαρακτηριστικά πως ό,τι κι αν κάνεις, το κάνεις αποκλειστικά και μόνο, για την αγάπη του Θεού και όχι από εγωισμό, από κάποιο δηλαδή ιδιοτελή σκοπό.

Σήμερα διαπιστώνει κάνεις, ότι ακόμα και πνευματικοί άνθρωποι χρησιμοποιούν συνανθρώπους τους, αποκλειστικά και μόνο, για να τους βοηθήσουν στις δικές τους επιδιώξεις, για το ατομικό τους όφελος.

Όταν υπάρχει αγάπη του εαυτού μας, όλη η προσπάθεια που κάνουμε δεν είναι καλή.

Ακριβώς όπως, όταν φτιάνουμε ομελέτα και πέσει μια κοτσιλιά μέσα, πηγαίνει όλη χαμένη.

Όπου πάω καρφί δεν αλλάζω.

Ο Γέροντας σεβόταν πάρα πολύ την παράδοση των παλαιοτέρων πατέρων και ποτέ δεν επιχειρούσε να κάνει κάτι που εκείνοι το είχαν απορρίψει, μετά από πολυετή δοκιμή.

Διηγότανε χαρακτηριστικά και το εξής γεγονός, που του είχε συμβεί.

Όταν πήγα στο κελί του Αγίου Υπατίου, στην έρημο των Κατουνακίων, είδα στον κήπο του κελιού πολλά ξύλα μπηγμένα στο έδαφος εδώ κι εκεί. Απόρησα πως ο προκάτοχός μοναχός του κελιού τα είχε βάλει έτσι μέσα στον κήπο, κι επειδή τα νόμισα άχρηστα, τα μάζεψα.

Μια μέρα, όμως, όπως εργαζόμουν στο κήπο το καλοκαίρι, είδα να βγαίνει ένα φίδι μέσα από μια, απ’ αυτές τις τρύπες, από την οποία είχα αφαιρέσει το παλούκι, που είχε βάλει ο προκάτοχός μου.

Κι έψαχνα να βρω ξύλο, για να ξανακλείσω την τρύπα! Διαπίστωσα, λοιπόν, ότι ο κήπος ήταν γεμάτος από πολλές τρύπες, με φωλιές φιδιών. Τότε κατάλαβα γιατί ο αδελφός, που ήταν στο κελί πριν από μένα, είχε μπήξει στον κήπο τόσα πολλά ξύλα, μέσα σε κάθε τρύπα!

Από εκείνη την ημέρα πήρα απόφαση, κι όπου πάω ούτε καρφί δεν αλλάζω! Οι παλιότεροι που ζούσαν εκεί κάτι ήξεραν, που το έβαλαν, σ’ αυτή τη θέση.

Πηγή : Ιερομονάχου Αγίου Όρους Χριστοδούλου, από το βιβλίο “Σκεύος Εκλογής”, Γέρων Παΐσιος 1924 -1974.

Με εκτίμηση

Δημήτριος Μητρόπουλος